Χαιρετισμοί Υπεραγίας Θεοτόκου
Παρακάτω θα βρείτε τους χαιρετισμούς εις τη Παναγία Θεοτόκο που ψάλλονται κάθε Παρασκευή τη διάρκεια της Σαρακοστής . Μπορείτε να τους κατεβάσετε από εδώ
επικοινωνήστε μαζί μας @
|
Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν. |
|
|
Δόξα σοι ο Θεός ημών, δόξα σοι. |
|
|
Βασιλεύ ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της αληθείας ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών ο θησαυρός των αγαθών και ζωής χορηγός, ελθέ και σκήνωσον εν ημίν και καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος και σώσον αγαθέ, τας ψυχάς ημών. Αμήν. |
|
|
Άγιος ο Θεός, Άγιος ισχυρός, Άγιος αθάνατος ελέησον ημάς (3). |
|
|
Δόξα
Πατρί και Υίω και Αγίω Πνεύματι |
|
|
Παναγία
Τριάς, ελέησον ημάς. |
|
|
Κύριε ελέησον. (3) Δόξα. Και νυν. |
|
|
Πάτερ
ημών, ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά σου˙ |
|
|
Κύριε ελέησον (12) |
|
|
Δόξα. Και νυν. |
|
|
Δεύτε
προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν τω βασιλεί ημών Θεώ. |
|
|
Ελέησόν με, ο Θεός, κατά το μέγα έλεός σου, και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου* εξάλειψον το ανόμημά μου. Επί πλείον πλύνον με από της ανομίας μου, και από της αμαρτίας μου καθάρισόν με. Ότι την ανομίαν μου εγώ γινώσκω, και η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστί δια παντός. Σοι μόνω ήμαρτον και το πονηρόν ενώπιόν σου εποίησα˙ όπως αν δικαιωθής εν τοις λόγοις σου και νικήσης εν τω κρίνεσθαί σε*. Ιδού γαρ εν ανομίαις συνελήφθην, και εν αμαρτίαις εκίσσησέ* με η μήτηρ μου. Ιδού γαρ αλήθειαν ηγάπησας˙ τα άδηλα και τα κρύφια της σοφίας σου εδήλωσάς μοι. Ραντιείς με υσσώπω* και καθαρισθήσομαι˙ πλυνείς με και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ακουτιείς μοι αγαλλίασιν και ευφροσύνην αγαλλιάσονται οστέα τεταπεινωμένα. Απόστρεψον το πρόσωπόν σου από των αμαρτιών μου και πάσας τας ανομίας μου εξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί ο Θεός, και πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοις εγκάτοις μου. Μη απορρίψης με από του προσώπου σου, και το πνεύμα σου το Άγιον μη αντανέλης* απ' εμού. Απόδος μοι την αγαλλίασιν του σωτηρίου σου, και πνεύματι ηγεμονικώ στήριξόν με. Διδάξω ανόμους τας οδούς σου, και ασεβείς επί σε επιστρέψουσι. Ρύσαι με εξ αιμάτων ο Θεός, ο Θεός της σωτηρίας μου˙ αγαλλιάσεται η γλώσσα μου την δικαιοσύνην σου. Κύριε, τα χείλη μου ανοίξεις, και το στόμα μου αναγγελεί την αίνεσίν σου. Ότι, ει ηθέλησας θυσίαν, έδωκα αν*˙ ολοκαυτώματα ουκ ευδοκήσεις. Θυσία τω Θεώ πνεύμα συντετριμμένον καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει. Αγάθυνον, Κύριε, εν τη ευδοκία σου την Σιών και οικοδομηθήτω τα τείχη Ιερουσαλήμ. Τότε ευδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, αναφορά και ολοκαυτώματα. Τότε ανοίσουσιν* επί το θυσιαστήριόν σου μόσχους. |
των
οικτιρμών σου = της ευσπλαχνίας σου |
|
Ο Θεός, εις την βοήθειάν μου πρόσχες˙ Κύριε, εις το βοηθήσαι μοι σπεύσον. Αισχυνθήτωσαν και εντραπήτωσαν οι ζητούντες την ψυχήν μου. Αποστραφήτωσαν εις τα οπίσω και καταισχυνθήτωσαν οι βουλόμενοί μοι κακά. Αποστραφήτωσαν παραυτίκα* αισχυνόμενοι οι λέγοντές μοι˙ εύγε, εύγε. Αγαλλιάσθωσαν και ευφρανθήτωσαν επί σοι πάντες οι ζητούντές σε, ο Θεός. Και λεγέτωσαν δια παντός, μεγαλυνθήτω ό Κύριος, οι αγαπώντες το σωτήριόν σου. Εγώ δε πτωχός ειμί και πένης˙ ο Θεός, βοήθησόν μοι. Βοηθός μου και ρύστης μου ει συ, Κύριε, μη χρονίσης. |
παραυτίκα = αμέσως |
|
Κύριε, εισάκουσoν της προσευχής μου, ενώτισαι* την δέησίν μου εν τη αληθεία σου, εiσάκουσόν μου εν τη δικαιοσύνη σου˙ Και μη εισέλθης εις κρίσιν μετά του δούλου σου, ότι ου δικαιωθήσεται ενώπιόν σου πας ζων. Ότι κατεδίωξεν ο εχθρός την ψυχήν μου˙ εταπείνωσεν εις γην την ζωήν μου. Εκάθισέ με εν σκοτεινοίς ως νεκρούς αιώνος˙ και ηκηδίασεν* επ' εμέ το πνεύμα μου, εν εμοί εταράχθη η καρδία μου. Εμνήσθην ημερών αρχαίων, εμελέτησα εν πάσι τοις έργοις σου, εν ποιήμασι των χειρών σου εμελέτων. Διεπέτασα προς σε τας χείρας μου, η ψυχή μου ως γη άνυδρός σοι. Ταχύ εισάκουσόν μου, Κύριε, εξέλιπε το πνεύμα μου. Μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου απ' εμού, και ομοιωθήσομαι τοις καταβαίνουσιν εις λάκκον. Ακουστόν ποίησόν μοι το πρωί το έλεός σου, ότι επί σοι ήλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, οδόν εν η πορεύσομαι, ότι προς σε ήρα* την ψυχήν μου. Εξελού με* εκ των εχθρών μου, Κύριε, προς σε κατέφυγον˙ δίδαξόν με του ποιείν το θέλημά σου, ότι συ ει ο Θεός μου. Το πνεύμα σου το αγαθόν οδηγήσει με εν γη ευθεία˙ ένεκεν του ονόματος σου, Κύριε, ζήσεις με. Εν τη δικαιοσύνη σου εξάξεις* εκ θλίψεως την ψυχήν μου, και εν τω ελέει σου εξολοθρεύσεις τους εχθρούς μου˙ και απολείς πάντας τους θλίβοντας την ψυχήν μου, ότι εγώ δούλος σου ειμί. |
ενώτισαι
= δέξου στα αυτιά σου – από το έν και ούς |
|
Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία. Υμνούμεν σε, ευλογούμεν σε, προσκυνούμεν σε, δοξολογούμεν σε, ευχαριστούμεν σοι δια την μεγάλην σου δόξαν. Κύριε βασιλεύ, επουράνιε Θεέ, Πάτερ παντοκράτορ˙ Κύριε Υιέ μονογενές, Ιησού Χριστέ, και Άγιον Πνεύμα. Κύριε ο Θεός, ο αμνός του Θεού, ο Υιός του Πατρός, ο αίρων* την αμαρτίαν του κόσμου, ελέησον ημάς ο αίρων τας αμαρτίας του κόσμου. Πρόσδεξαι την δέησιν ημών, ο καθήμενος εν δεξιά του Πατρός, και ελέησον ημάς. Ότι συ ει μόνος Άγιος, συ ει μόνος Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός. Αμήν. Καθ' εκάστην ημέραν (εσπέραν) ευλογήσω σε, και αινέσω* το όνομά σου εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος. Κύριε, καταφυγή εγενήθης ημίν εν γενεά και γενεά. Εγώ είπα˙ Κύριε, ελέησόν με˙ ίασαι την ψυχήν μου, ότι ήμαρτόν σοι. Κύριε, προς σε κατέφυγον, δίδαξον με του ποιείν το θέλημά σου, ότι συ ει ο Θεός μου. Ότι παρά σοι πηγή ζωής, εν τω φωτί σου οψόμεθα* φως. Παράτεινον το έλεος σου τοις γινώσκουσί σε. Καταξίωσον, Κύριε, εν τη ημέρα (εσπέρα / νυκτί) ταύτη αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς. Ευλογητός ει, Κύριε, ο Θεός των πατέρων ημών, και αινετόν και δεδοξασμένον το όνομά σου εις τους αιώνας. Αμήν. Γένοιτο, Κύριε, το έλεος σου εφ' ημάς, καθάπερ ηλπίσαμεν επί σε. Ευλογητός ει, Κύριε, δίδαξόν με τα δικαιώματά σου. Ευλογητός ει, Δέσποτα, συνέτισόν με τα δικαιώματα σου. Ευλογητός ει, Άγιε, φώτισόν με τοις δικαιώμασί σου. Κύριε, το έλεός σου εις τον αιώνα˙ τα έργα των χειρών σου μη παρίδης. Σοι πρέπει αίνος, σοι πρέπει ύμνος, σοι δόξα πρέπει, τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. |
ο
αίρων = αυτός που σηκώνει |
|
Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα, παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων˙ φως εκ φωτός, θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού, γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι' ου τα πάντα εγένετο. Τον δι' ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου και παθόντα και ταφέντα. Και αναστάντα τη τρίτη ήμερα κατά τας Γραφάς. Και ανελθόντα εις τους ουρανούς και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός. Και πάλιν έρχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς˙ ου της βασιλείας ουκ έσται τέλος. Και εις το Πνεύμα το Άγιον, το Κύριον το ζωοποιόν το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υίω συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το λαλήσαν* δια των προφητών. Εις μίαν αγίαν, καθολικήν και αποστολικήν Εκκλησίαν. Ομολογώ εν βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών. Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών. Και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν. |
το λαλήσαν = αυτό που λάλησε, μίλησε |
|
'Αξιόν
εστιν ως αληθώς, |
|
|
Τήν τιμιωτέραν των Χερουβείμ, |
|
|
Το
προσταχθέν* μυστικώς λαβών εν γνώσει |
Το προσταχθέν = αυτό που προστάχθηκε, το
πρόσταγμα |
|
Ανοίξω
το στόμα μου και πληρωθήσεται* Πνεύματος, |
πληρωθήσεται
= θα γεμίσει |
|
Υπεραγία
Θεοτόκε σώσον ημάς. |
θεώμενος
=
βλέπων |
|
Υπεραγία
Θεοτόκε … |
|
|
Δόξα
Πατρί … |
οσφράδιον = ευωδιαστό αντικείμενο, προς όσφρηση |
|
Και
νύν … |
ηδύπνοον = γλυκύπνοο, ευωδιαστό |
|
Ανοίξω το στόμα μου … |
|
|
Τους
σους υμνολόγους, Θεοτόκε, |
|
|
Υπεραγία
Θεοτόκε … |
ανήροτος
= ανόργωτη, που δεν οργώθηκε, ακαλλιέργητη, |
|
Υπεραγία
Θεοτόκε … |
αίροντα
= αυτόν που σηκώνει |
|
Δόξα
Πατρί … |
φαεινός
= φωτεινός |
|
Και
νύν … |
διώδευσε = πέρασε διά μέσου, διήλθε |
|
Τους σους υμνολόγους … |
|
|
Ο
καθήμενος εν δόξη |
νεφέλη
κούφη = σε νεφέλη ελαφρά |
|
Υπεραγία
Θεοτόκε … |
πίον
= συμπαγές, παχύ, δασύ (αρσ. πίων, -ονος |
|
Υπεραγία
Θεοτόκε … |
κλίμαξ
= σκάλα |
|
Υπεραγία
Θεοτόκε … |
εν τη ση νηδύι = μέσα στην κοιλιά σου |
|
Δόξα
Πατρί … |
|
|
Και
νύν … |
αχειρόπλοκον = αχειροποίητι, αχειρόπλεκτο, που δεν πλέχτηκε από χέρι κραταίωμα = ισχυρό στήριγμα, αυτό που κρατάει |
|
Ο καθήμενος εν δόξη … |
|
|
Εξέστη*
τα σύμπαντα |
εξέστη
= αττική σύνταξη, έμειναν εκστατικά |
|
Υπεραγία
Θεοτόκε … |
ενδιαίτημα = κατοικία |
|
Υπεραγία
Θεοτόκε … |
νυμφών
= νυμφικός θάλαμος |
|
Υπεραγία
Θεοτόκε … |
Πυρίμορφον
= με μορφή φωτιάς, φλογερό |
|
Δόξα
Πατρί … |
Ρωννύμενοι
σθένει σου = ενδυναμούμενοι με το σθένος σου, δοτική πτώση |
|
Και
νύν … |
σκήνωμα
= κατοικία, σκηνή |
|
Εξέστη τα σύμπαντα … |
|
|
Την
θείαν ταύτην και πάντιμον |
|
|
Υπεραγία
Θεοτόκε … |
Παστάς
= νυφικέ θάλαμε, από το παραστάς, -αδος = προπύλαιον & εσωτερικόν
δωμάτιον |
|
Υπεραγία
Θεοτόκε … |
φλογμόν
= φλόγα, φλεγμονή |
|
Δόξα
Πατρί … |
θαλαττεύουσι = που πλέομε στη θάλασσα (θαλασσοπνιγόμαστε) |
|
Και
νύν … |
|
|
Την θείαν ταύτην … |
|
|
Ουκ
ελάτρευσαν |
|
|
Υπεραγία
Θεοτόκε … |
τον βότρυν τον πέπειρον = το σταφύλι το ώριμο (βότρυς=τσαμπί, πέπειρον από το πέπων, πέσειρα = ώριμος) |
|
Υπεραγία
Θεοτόκε … |
Ιατήρα = αυτόν που γιατρεύει, ιατρό |
|
Υπεραγία
Θεοτόκε … |
ου σθένει = δεν μπορεί (σθένω = είμαι δυνατός) |
|
Δόξα
Πατρί … |
Ευφημεί
σε = σε εγκωμιάζουν |
|
Και
νυν … |
|
|
Ουκ ελάτρευσαν … |
|
|
Παίδας
ευαγείς* εν τη καμίνω |
ευαγείς
= αγνούς, αθώους |
|
Υπεραγία
Θεοτόκε … |
Νηδύι = στην κοιλιά |
|
Υπεραγία
Θεοτόκε … |
ακήρατε = άφθορε |
|
Υπεραγία
Θεοτόκε … |
κατωπτέυσαμεν = είδαμε προσεκτικά, επισκοπήσαμε |
|
Δόξα
Πατρί … |
ενυπόστατον
= που έχει μέσα της υπόσταση, ύπαρξη πραγματική |
|
Και
νύν … |
ήρθημεν = ανυψωθήκαμε (από το αίρομαι = τραβιέμαι πάνω) |
|
Παίδας ευαγείς … |
|
|
Απας
γηγενής* |
Απας
γηγενής = καθένας που γεννήθηκε στη γή, όλο το ανθρώπινο γένος |
|
Υπεραγία
Θεοτόκε … |
αϊδίου
= παντοτινής |
|
Υπεραγία
Θεοτόκε … |
Ωφθης
= φάνηκες, αποδείχτηκες |
|
Υπεραγία
Θεοτόκε … |
άμωμος = χωρίς μώμο, ψόγο, κατηγορία |
|
Δόξα
Πατρί … |
διάσωσμα = διάσωση |
|
Και
νύν … |
Φείσαι
= λυπήσου, του ρήματος φείδομαι |
|
Άπας γηγενής … |
|
|
Τη
υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια |
Ως
λυτρωθείσα = επειδή λυτρώθηκα |
|
Άγγελος πρωτοστάτης*, ουρανόθεν επέμφθη*, ειπείν τη Θεοτόκε το χαίρε˙ (3) και συν τη ασωμάτω φωνή, σωματούμενον σε θεωρών Κύριε, εξίστατο και ίστατο, κραυγάζων προς αυτήν τοιαύτα˙ |
πρωτοστάτης
= πρώτος στην τάξη |
|
Χαίρε,
δι’ ής η χαρά εκλάμψει˙ |
αρά =
κατάρα |
|
Βλέπουσα
η Αγία, εαυτήν εν αγνεία, φησί τω Γαβριήλ θαρσαλέως* ˙ Το παράδοξον
σου της φωνής, δυσπαράδεκτόν μου τη ψυχή φαίνεται˙ Ασπόρου γαρ
συλλήψεως, την κύησιν πως λέγεις κράζων˙ |
θαρσαλέως
= με θάρρος |
|
Γνώσιν άγνωστον γνώναι*, η Παρθένος ζητούσα, εβόησε προς τον λειτουργούντα˙ Εκ λαγόνων* αγνών, Υιόν πως εστί τεχθήναι δυνατόν; λέξον μοι˙ προς ην εκείνος έφησεν* εν φόβω, πλήν κραυγάζων ούτω˙ |
γνώναι
= να γνωρίσει |
|
Χαίρε,
βουλής απορρήτου μύστις˙ |
αρρήτως
= που δεν μπορεί να ειπωθεί |
|
Δύναμις
του Υψίστου, επεσκίασε τότε, προς σύλληψιν τη απειρογάμω˙ Και την
εύκαρπον ταύτης νηδύν*, ως αγρόν υπέδειξεν ηδύν* άπασι, τοις θέλουσι θερίζειν
σωτηρίαν, εν τω ψάλλειν ούτως |
νηδύν
= κοιλιά |
|
Έχουσα θεοδόχον*, η Παρθένος την μήτραν, ανέδραμε* προς την Ελισάβετ˙ το δε βρέφος εκείνης ευθύς, επιγνόν* τον ταύτης ασπασμόν έχαιρε, και άλμασιν ως άσμασιν, εβόα προς την Θεοτόκον˙ |
θεοδόχον
= που έχει δεχθεί τον Θεόν |
|
Χαίρε,
βλαστού αμαράντου κλήμα˙ |
ακηράτου
= αφθάρτου |
|
Ζάλην
ένδοθεν έχων, λογισμών αμφιβόλων, ο σώφρων Ιωσήφ εταράχθη, προς την άγαμόν σε
θεωρών, και κλεψίγαμον* υπονοών άμεμπτε˙ Μαθών δε σου την
σύλληψιν, εκ Πνεύματος Αγίου έφη˙ |
κλεψίγαμον υπονοών = υποψιαζόμενος ότι είχε άνομες σχέσεις, ότι ήταν μοιχαλίδα |
|
Ήκουσαν οι ποιμένες, των Αγγέλων υμνούντων, την ένσαρκον Χριστού παρουσίαν˙ Και δραμόντες ως προς ποιμένα, θεωρούσι τούτον ως αμνόν άμωμον, εν τη γαστρί Μαρίας βοσκηθέντα, ην υμνούντες είπον˙ |
|
|
Χαίρε,
Αμνού και Ποιμένος μήτηρ˙ |
στερρόν = στερεό, γερό |
|
Θεοδρόμον*
αστέρα, θεωρήσαντες Μάγοι, τη τούτου ηκολούθησαν αίγλη*˙ και ως λύχνον
κρατούντες αυτόν, δι’ αυτού ηρεύνoν κραταιόν άνακτα*˙ και φθάσαντες
τον άφθαστον, εχάρησαν αυτώ βοώντες˙ |
Θεοδρόμον
= που πήγαινε προς τον Θεό |
|
Ίδον παίδες Χαλδαίων, εν χερσί της Παρθένου, τον πλάσαντα χειρί τους ανθρώπους˙ και δεσπότην νοούντες αυτόν, ει και δούλου έλαβε μορφήν, έσπευσαν τοις δώροις θεραπεύσαι*, και βοήσαι τη ευλογημένη˙ |
θεραπεύσαι = να λατρεύσουν, υπηρετήσουν (απαρέμφατο) |
|
Χαίρε,
αστέρος αδύτου* μήτηρ˙ |
αδύτου
= που δε δύει |
|
Κήρυκες
θεοφόροι, γεγονότες οι Μάγοι, υπέστρεψαν εις την Βαβυλώνα˙ εκτελέσαντές
σου τον χρησμόν, και κηρύξαντές σε τον Χριστόν άπασιν, αφέντες τον Ηρώδην ως
ληρώδη*, μη ειδότα* ψάλλειν˙ |
ως
ληρώδη = ως ανόητον, φαντασμένον |
|
Λάμψας εν τη Αιγύπτω, φωτισμόν αληθείας, εδίωξας του ψεύδους το σκότος˙ Τα γαρ είδωλα ταύτης Σωτήρ, μη ενέγκαντά* σου την ισχύν πέπτωκεν, οι τούτων δε ρυσθέντες, εβόων προς την Θεοτόκον˙ |
μη ενέγκαντά = επειδή δεν υπέφεραν, μετοχή αορίστου του ρήματος φέρω |
|
Χαίρε,
ανόρθωσις των ανθρώπων˙ |
ποτίσασα = που επότισες |
|
Μέλλοντος
Συμεώνος, του παρόντος αιώνος, μεθίστασθαι* του απατεώνος, επεδόθης ως βρέφος
αυτω, αλλ’ εγνώσθης τούτω και Θεός τέλειος˙ διόπερ
εξεπλάγη σου την άρρητον σοφίαν κράζων˙ |
Μέλλοντος
Συμεώνος = όταν ο Συμεών επρόκειτο |
|
Νέαν έδειξε κτίσιν, εμφανίσας ο Κτίστης, ημίν τοις υπ’ αυτού γενομένοις˙ εξ ασπόρου βλαστήσας γαστρός, και φυλάξας ταύτην ώσπερ ήν άφθορον, ίνα το θαύμα βλέποντες, υμνήσωμεν αυτήν βοώντες˙ |
|
|
Χαίρε,
το άνθος της αφθαρσίας˙ |
εμφαίνουσα
= που φανερώνεις |
|
Ξένον*
τόκον ιδόντες, ξενωθώμεν* του κόσμου, τον νουν εις ουρανόν μεταθέντες˙ δια τούτο γαρ
ο υψηλός Θεός, επί γης εφάνη ταπεινός άνθρωπος, βουλόμενος ελκύσαι προς το
ύψος, τους αυτώ βοώντας˙ |
Ξένον
= παράξενο, θαυμαστό |
|
Όλος ήν εν τοις κάτω, και των άνω ουδόλως*, απήν* ο απερίγραπτος Λόγος˙ συγκατάβασις γαρ θεϊκή, ου μετάβασις δε τοπική γέγονε, και τόκος εκ Παρθένου θεολήπτου*, ακουούσης ταύτα˙ |
ουδόλως,
απήν = ουδόλως απουσίαζε |
|
Χαίρε,
Θεού αχωρήτου χώρα˙ |