« νηστεία | Κεντρική σελίδα | ελεύθερη συμβίωση και σωτηρία της ψυχής »

Χαιρετισμοί Υπεραγίας Θεοτόκου

Παρακάτω θα βρείτε τους χαιρετισμούς εις τη Παναγία Θεοτόκο που ψάλλονται κάθε Παρασκευή τη διάρκεια της Σαρακοστής . Μπορείτε να τους κατεβάσετε από εδώ

Κατεβάστε ομιλίες, βιβλία , βυζαντινή μουσική , φωτογραφίες Δωρεάν .
επικοινωνήστε μαζί μας @

Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν.

 

Δόξα σοι ο Θεός ημών, δόξα σοι.

 

Βασιλεύ ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της αληθείας ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών ο θησαυρός των αγαθών και ζωής χορηγός, ελθέ και σκήνωσον εν ημίν και καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος και σώσον αγαθέ, τας ψυχάς ημών. Αμήν.

 

Άγιος ο Θεός, Άγιος ισχυρός, Άγιος αθάνατος ελέησον ημάς (3).

 

Δόξα Πατρί και Υίω και Αγίω Πνεύματι
Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

 

Παναγία Τριάς, ελέησον ημάς.
Κύριε, ιλάσθητι ταις αμαρτίαις ημών.
Δέσποτα, συγχώρησον τας ανομίας ημίν.
Άγιε, επίσκεψαι και ίασαι τας ασθενείας ημών, ένεκεν του ονόματός σου.

 

Κύριε ελέησον. (3) Δόξα. Και νυν.

 

Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά σου˙
ελθέτω η βασιλεία σου˙ γεννηθήτω το θέλημά σου ως εν ουρανώ και επί της γης. Τον άρτον ημών τον επιούσιον δός ημίν σήμερον και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών˙ καί μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού.

Ότι Σου εστίν η βασιλεία και η δύναμις και η δόξα, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νύν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

 

Κύριε ελέησον (12)

 

Δόξα. Και νυν.

 

Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν τω βασιλεί ημών Θεώ.
Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν Χριστώ τω βασιλεί ημών Θεώ.
Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν αυτώ, Χριστώ τω βασιλεί και Θεώ ημών.

 

Ελέησόν με, ο Θεός, κατά το μέγα έλεός σου, και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου* εξάλειψον το ανόμημά μου. Επί πλείον πλύνον με από της ανομίας μου, και από της αμαρτίας μου καθάρισόν με. Ότι την ανομίαν μου εγώ γινώσκω, και η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστί δια παντός. Σοι μόνω ήμαρτον και το πονηρόν ενώπιόν σου εποίησα˙ όπως αν δικαιωθής εν τοις λόγοις σου και νικήσης εν τω κρίνεσθαί σε*. Ιδού γαρ εν ανομίαις συνελήφθην, και εν αμαρτίαις εκίσσησέ* με η μήτηρ μου. Ιδού γαρ αλήθειαν ηγάπησας˙ τα άδηλα και τα κρύφια της σοφίας σου εδήλωσάς μοι. Ραντιείς με υσσώπω* και καθαρισθήσομαι˙ πλυνείς με και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ακουτιείς μοι αγαλλίασιν και ευφροσύνην αγαλλιάσονται οστέα τεταπεινωμένα. Απόστρεψον το πρόσωπόν σου από των αμαρτιών μου και πάσας τας ανομίας μου εξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί ο Θεός, και πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοις εγκάτοις μου. Μη απορρίψης με από του προσώπου σου, και το πνεύμα σου το Άγιον μη αντανέλης* απ' εμού. Απόδος μοι την αγαλλίασιν του σωτηρίου σου, και πνεύματι ηγεμονικώ στήριξόν με. Διδάξω ανόμους τας οδούς σου, και ασεβείς επί σε επιστρέψουσι. Ρύσαι με εξ αιμάτων ο Θεός, ο Θεός της σωτηρίας μου˙ αγαλλιάσεται η γλώσσα μου την δικαιοσύνην σου. Κύριε, τα χείλη μου ανοίξεις, και το στόμα μου αναγγελεί την αίνεσίν σου. Ότι, ει ηθέλησας θυσίαν, έδωκα αν*˙ ολοκαυτώματα ουκ ευδοκήσεις. Θυσία τω Θεώ πνεύμα συντετριμμένον καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει. Αγάθυνον, Κύριε, εν τη ευδοκία σου την Σιών και οικοδομηθήτω τα τείχη Ιερουσαλήμ. Τότε ευδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, αναφορά και ολοκαυτώματα. Τότε ανοίσουσιν* επί το θυσιαστήριόν σου μόσχους.

των οικτιρμών σου = της ευσπλαχνίας σου

εν τω κρίνεσθαί σε = όταν σε κατακρίνουν, όταν κατακρίνεσαι

εκίσσησε = εκυοφόρησε, συνέλαβε ηδονικά

Ραντιείς με υσσώπω = θα με ραντίσεις με ύσσωπο - φυτό παρόμοιο με ματζουράνα

μη αντανέλης = μην αφαιρέσεις, από το ρήμα ανταναιρώ

έδωκα αν = θα έδινα

ανοίσουσιν = θα ανεβάσουν, θα προσφέρουν

Ο Θεός, εις την βοήθειάν μου πρόσχες˙ Κύριε, εις το βοηθήσαι μοι σπεύσον. Αισχυνθήτωσαν και εντραπήτωσαν οι ζητούντες την ψυχήν μου. Αποστραφήτωσαν εις τα οπίσω και καταισχυνθήτωσαν οι βουλόμενοί μοι κακά. Αποστραφήτωσαν παραυτίκα* αισχυνόμενοι οι λέγοντές μοι˙ εύγε, εύγε. Αγαλλιάσθωσαν και ευφρανθήτωσαν επί σοι πάντες οι ζητούντές σε, ο Θεός. Και λεγέτωσαν δια παντός, μεγαλυνθήτω ό Κύριος, οι αγαπώντες το σωτήριόν σου. Εγώ δε πτωχός ειμί και πένης˙ ο Θεός, βοήθησόν μοι. Βοηθός μου και ρύστης μου ει συ, Κύριε, μη χρονίσης.

παραυτίκα = αμέσως

Κύριε, εισάκουσoν της προσευχής μου, ενώτισαι* την δέησίν μου εν τη αληθεία σου, εiσάκουσόν μου εν τη δικαιοσύνη σου˙ Και μη εισέλθης εις κρίσιν μετά του δούλου σου, ότι ου δικαιωθήσεται ενώπιόν σου πας ζων. Ότι κατεδίωξεν ο εχθρός την ψυχήν μου˙ εταπείνωσεν εις γην την ζωήν μου. Εκάθισέ με εν σκοτεινοίς ως νεκρούς αιώνος˙ και ηκηδίασεν* επ' εμέ το πνεύμα μου, εν εμοί εταράχθη η καρδία μου. Εμνήσθην ημερών αρχαίων, εμελέτησα εν πάσι τοις έργοις σου, εν ποιήμασι των χειρών σου εμελέτων. Διεπέτασα προς σε τας χείρας μου, η ψυχή μου ως γη άνυδρός σοι. Ταχύ εισάκουσόν μου, Κύριε, εξέλιπε το πνεύμα μου. Μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου απ' εμού, και ομοιωθήσομαι τοις καταβαίνουσιν εις λάκκον. Ακουστόν ποίησόν μοι το πρωί το έλεός σου, ότι επί σοι ήλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, οδόν εν η πορεύσομαι, ότι προς σε ήρα* την ψυχήν μου. Εξελού με* εκ των εχθρών μου, Κύριε, προς σε κατέφυγον˙ δίδαξόν με του ποιείν το θέλημά σου, ότι συ ει ο Θεός μου. Το πνεύμα σου το αγαθόν οδηγήσει με εν γη ευθεία˙ ένεκεν του ονόματος σου, Κύριε, ζήσεις με. Εν τη δικαιοσύνη σου εξάξεις* εκ θλίψεως την ψυχήν μου, και εν τω ελέει σου εξολοθρεύσεις τους εχθρούς μου˙ και απολείς πάντας τους θλίβοντας την ψυχήν μου, ότι εγώ δούλος σου ειμί.

ενώτισαι = δέξου στα αυτιά σου – από το έν και ούς

ηκηδίασεν = βαρυθύμησε

ήρα = ύψωσα – από το αίρω

Εξελού με = απάλλαξέ με, εξαίρεσέ με – από το ρήμα εξαιρούμαι

εξάξεις = θα εξαγάγεις

Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία. Υμνούμεν σε, ευλογούμεν σε, προσκυνούμεν σε, δοξολογούμεν σε, ευχαριστούμεν σοι δια την μεγάλην σου δόξαν. Κύριε βασιλεύ, επουράνιε Θεέ, Πάτερ παντοκράτορ˙ Κύριε Υιέ μονογενές, Ιησού Χριστέ, και Άγιον Πνεύμα. Κύριε ο Θεός, ο αμνός του Θεού, ο Υιός του Πατρός, ο αίρων* την αμαρτίαν του κόσμου, ελέησον ημάς ο αίρων τας αμαρτίας του κόσμου. Πρόσδεξαι την δέησιν ημών, ο καθήμενος εν δεξιά του Πατρός, και ελέησον ημάς. Ότι συ ει μόνος Άγιος, συ ει μόνος Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός. Αμήν. Καθ' εκάστην ημέραν (εσπέραν) ευλογήσω σε, και αινέσω* το όνομά σου εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος. Κύριε, καταφυγή εγενήθης ημίν εν γενεά και γενεά. Εγώ είπα˙ Κύριε, ελέησόν με˙ ίασαι την ψυχήν μου, ότι ήμαρτόν σοι. Κύριε, προς σε κατέφυγον, δίδαξον με του ποιείν το θέλημά σου, ότι συ ει ο Θεός μου. Ότι παρά σοι πηγή ζωής, εν τω φωτί σου οψόμεθα* φως. Παράτεινον το έλεος σου τοις γινώσκουσί σε. Καταξίωσον, Κύριε, εν τη ημέρα (εσπέρα / νυκτί) ταύτη αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς. Ευλογητός ει, Κύριε, ο Θεός των πατέρων ημών, και αινετόν και δεδοξασμένον το όνομά σου εις τους αιώνας. Αμήν. Γένοιτο, Κύριε, το έλεος σου εφ' ημάς, καθάπερ ηλπίσαμεν επί σε. Ευλογητός ει, Κύριε, δίδαξόν με τα δικαιώματά σου. Ευλογητός ει, Δέσποτα, συνέτισόν με τα δικαιώματα σου. Ευλογητός ει, Άγιε, φώτισόν με τοις δικαιώμασί σου. Κύριε, το έλεός σου εις τον αιώνα˙ τα έργα των χειρών σου μη παρίδης. Σοι πρέπει αίνος, σοι πρέπει ύμνος, σοι δόξα πρέπει, τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

ο αίρων = αυτός που σηκώνει

και αινέσω = θα επαινέσω, θα υμνήσω

οψόμεθα = θα ίδωμεν – από το ορώ

Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα, παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων˙ φως εκ φωτός, θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού, γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι' ου τα πάντα εγένετο. Τον δι' ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου και παθόντα και ταφέντα. Και αναστάντα τη τρίτη ήμερα κατά τας Γραφάς. Και ανελθόντα εις τους ουρανούς και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός. Και πάλιν έρχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς˙ ου της βασιλείας ουκ έσται τέλος. Και εις το Πνεύμα το Άγιον, το Κύριον το ζωοποιόν το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υίω συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το λαλήσαν* δια των προφητών. Εις μίαν αγίαν, καθολικήν και αποστολικήν Εκκλησίαν. Ομολογώ εν βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών. Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών. Και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν.

το λαλήσαν = αυτό που λάλησε, μίλησε

'Αξιόν εστιν ως αληθώς,
μακαρίζειν σε την Θεοτόκον,
την αειμακάριστον και παναμώμητον,
και μητέρα του Θεού ημών.

 

Τήν τιμιωτέραν των Χερουβείμ,
και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ,
την αδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκούσαν,
την όντως Θεοτόκον σε μεγαλύνομεν.

 

Το προσταχθέν* μυστικώς λαβών εν γνώσει
εν τη σπουδή του Ιωσήφ σπουδή* επέστη*
ό Ασώματος λέγων τη Απειρογάμω*
Ο κλίνας* τη καταβάσει* τους ουρανούς
χωρείται αναλλοιώτως όλος εν σοι
ον και βλέπων εν μήτραν σου
λαβόντα δούλου μορφήν
εξίσταμαι κραυγάζων σοι
˙
Χαίρε, Νύμφη Ανύμφευτε.

Το προσταχθέν = αυτό που προστάχθηκε, το πρόσταγμα
σπουδή = γρήγορα, δοτική πτώση
επέστη = παρουσιάστηκε, ήλθε
τη Απειρογάμω = στην άπειρη από γάμο, ανύπαντρη, δοτική πτώση
Ο κλίνας = αυτός που έκλινε, χαμήλωσε, κατήλθε
τη καταβάσει = με κατάβαση, συγκατάβαση, ταπείνωση

Ανοίξω το στόμα μου και πληρωθήσεται* Πνεύματος,
και λόγον ερεύξομαι* τη βασιλίδι Μητρί
˙
και οφθήσομαι
* φαιδρώς* πανηγυρίζων,
και άσω
* γηθόμενος*
ταύτης τα θαύματα.

πληρωθήσεται = θα γεμίσει
ερεύξομαι = θα είπω, θα βγάλω από μέσα μου
οφθήσομαι = θα φανώ
φαιδρώς = λαμπρώς, με λαμπρή χαρά
άσω = θα ψάλω – από το άδω
γηθόμενος = ευχαριστημένος, γεμάτος από χαρά

Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς.
Χριστού βίβλον έμψυχον, εσφραγισμένην σε Πνεύματι,
ο μέγας Αρχάγγελος, Αγνή, θεώμενος*,
επεφώνει σοι˙ Χαίρε χαράς δοχείον,
δι ής της προμήτορος αρά* λυθήσεται.

θεώμενος = βλέπων

αρά = κατάρα

Υπεραγία Θεοτόκε …
Αδάμ επανόρθωσις, χαίρε Παρθένε Θεόνυμφε,
του Άδου η νέκρωσις ˙ χαίρε, Πανάμωμε,
το παλάτιον του μόνου Βασιλέως,
χαίρε θρόνε πύρινε του Παντοκράτορος.

 

Δόξα Πατρί …
Ρόδον το αμάραντον, χαίρε η μόνη βλαστήσασα˙
το μήλον το εύοσμον, χαίρε η τέξασα,
το οσφράδιον* του πάντων Βασιλέως˙
χαίρε, απειρόγαμε, κόσμου διάσωσμα.

οσφράδιον = ευωδιαστό αντικείμενο, προς όσφρηση

Και νύν …
Αγνείας θησαύρισμα, χαίρε δι’ ης εκ του πτώματος
ημών εξανέστημεν˙ χαίρε ηδύπνοον*
κρίνον , Δέσποινα, πιστούς ευωδιάζον˙
θυμίαμα εύοσμον, μύρον πολύτιμον.

ηδύπνοον = γλυκύπνοο, ευωδιαστό

Ανοίξω το στόμα μου …

 

Τους σους υμνολόγους, Θεοτόκε,
ως ζώσα και άφθονος πηγή,
θίασον συγκροτήσαντας
πνευματικόν, στερέωσον˙
και εν τη θεία δόξη σου
στεφάνων δόξης αξίωσον.

 

Υπεραγία Θεοτόκε …
Στάχυν η βλαστήσασα τον θείον,
ως χώρα ανήροτος σαφώς,
χαίρε, έμψυχε τράπεζα,
άρτον ζωής χωρήσασα˙
χαίρε του ζώντος ύδατος
πηγή ακένωτος*, Δέσποινα.

ανήροτος = ανόργωτη, που δεν οργώθηκε, ακαλλιέργητη,
α στερητικόν+αρόω, αρόω=καλλιεργώ, αροτριώ

ακένωτος = ανεξάντλητη, που δεν αδειάζει

Υπεραγία Θεοτόκε …
Δάμαλις τον μόσχον η τεκούσα
τον άμωμον, χαίρε, τοις πιστοίς˙
χαίρε, αμνάς, κυήσασα
Θεού αμνόν, τον αίροντα*
κόσμου παντός τα πταίσματα˙
χαίρε, θερμόν ιλαστήριον*.

αίροντα = αυτόν που σηκώνει

ιλαστήριον = εξιλαστήριο, προσφορά για συγχώρηση αμαρτιών

Δόξα Πατρί …
Όρθρος φαεινός*, χαίρε η μόνη,
τον ήλιον φέρουσα Χριστόν,
φωτός κατοικητήριον˙
χαίρε, το σκότος λύσασα
και τους ζοφώδεις δαίμονας
ολοτελώς εκμειώσασα*.

φαεινός = φωτεινός

εκμειώσασα = εκμηδενίσασα, που εκμηδένισες

Και νύν …
Χαίρε, πύλη μόνη, ήν ο Λόγος
διώδευσε* μόνος, η μοχλούς
και πύλας Άδου , Δέσποινα,
τω τόκω σου συντρίψασα˙
χαίρε, η θεία είσοδος
των σωζομένων, Πανύμνητε.

διώδευσε = πέρασε διά μέσου, διήλθε

Τους σους υμνολόγους …

 

Ο καθήμενος εν δόξη
επι θρόνου Θεότητος,
εν νεφέλη κούφη*
ήλθεν Ιησούς ο υπέρθεος
τη ακηράτω* παλάμη
και διέσωσε τους
κραυγάζοντας˙
Δόξα Χριστέ, τη δυνάμει σου.

νεφέλη κούφη = σε νεφέλη ελαφρά

τη ακηράτω = δοτική πτώση, με την άφθορη, την άφθαρτη, άμεικτη = α+κήρ, γενική κηρός, που σημαίνει θέα θανάτου, καταστροφή, από το ρήμα κύρνημι – κερράννυμι (αναμειγνύω)

Υπεραγία Θεοτόκε …
Εν φωναίς αρμάτων πίστει
σοι βοώμεν, Πανύμνητε˙
Χαίρε, πίον* όρος
και τετυρωμένον* εν Πνεύματι˙
χαίρε, λυχνία και στάμνε,
μάννα φέρουσα,
το γλυκαίνον
τα των ευσεβών αισθητήρια.

πίον = συμπαγές, παχύ, δασύ (αρσ. πίων, -ονος

τετυρωμένον = στερεοποιημένο, γερό

Υπεραγία Θεοτόκε …
Ιλαστήριον του κόσμου,
χαίρε, άχραντε Δέσποινα˙
χαίρε, κλίμαξ*, γήθεν*
πάντας ανυψώσασα χάριτι˙
χαίρε, η γέφυρα όντως
η μετάγουσα
εκ θανάτου πάντας
προς ζωήν τους υμνούντας σε.

κλίμαξ = σκάλα

γήθεν = από τη γή

Υπεραγία Θεοτόκε …
Ουρανών υψηλοτέρα,
χαίρε, γής το θεμέλιον
εν τη ση νηδύι*,
Άχραντε, ακόπως βαστάσασα˙
χαίρε, κοχύλη, πορφύραν
θείαν βάψασα
εξ αιμάτων σου
τω Βασιλεί των δυνάμεων.

εν τη ση νηδύι = μέσα στην κοιλιά σου

Δόξα Πατρί …
Νομοθέτην η τεκούσα,
αληθώς, χαίρε, Δέσποινα,
τον τας ανομίας
πάντων δωρεάν εξαλείφοντα˙
ακατανόητον βάθος,
ύψος άρρητον,
απειρόγαμε,
δι ής ημείς εθεώθημεν.

 

Και νύν …
Σε την πλέξασαν τω κόσμω
αχειρόπλοκον* στέφανον
ανυμνολογούμεν,
χαίρε σοι Παρθένε,
κραυγάζοντες,
το φυλακτήριον πάντων
και χαράκωμα
και κραταίωμα*
και ιερόν καταφύγιον.

αχειρόπλοκον = αχειροποίητι, αχειρόπλεκτο, που δεν πλέχτηκε από χέρι

κραταίωμα = ισχυρό στήριγμα, αυτό που κρατάει

Ο καθήμενος εν δόξη …

 

Εξέστη* τα σύμπαντα
επι τη θεία δόξη σου˙
συ γαρ, απειρόγαμε Παρθένε,
έσχες εν μήτρα τον επι πάντων Θεόν,
και τέτοκας* άχρονον Υιόν,
πάσι τοις υμνούσι σε
σωτηρίαν βραβεύοντα.

εξέστη = αττική σύνταξη, έμειναν εκστατικά

τέτοκας = έχεις τέξει, έχεις γεννήσει

Υπεραγία Θεοτόκε …
Οδόν η κυήσασα ζωής,
χαίρε, Πανάμωμε,
η κατακλυσμού της αμαρτίας
σώσασα κόσμον˙ χαίρε, Θεόνυμφε,
άκουσμα και λάλημα φρικτόν˙
χαίρε, ενδιαίτημα*
του δεσπότου της κτίσεως.

ενδιαίτημα = κατοικία

Υπεραγία Θεοτόκε …
Ισχύς και οχύρωμα
ανθρώπων, χαίρε, Άχραντε,
τόπε αγιάσματος της δόξης˙
νέκρωσις Άδου, νυμφών* ολόφωτε˙
χαίρε, των αγγέλων χαρμονή˙
χαίρε η βοήθεια
των πιστώς δεομένων* σου.

νυμφών = νυμφικός θάλαμος

δεομένων σου = αυτών που σε παρακαλούν, αυτών που σε έχουν ανάγκη

Υπεραγία Θεοτόκε …
Πυρίμορφον* όχημα
του Λόγου, χαίρε, Δέσποινα,
έμψυχε Παράδεισε, το ξύλον
εν μέσω έχων ζωής, τον Κύριον,
ου ο γλυκασμός* ζωοποιεί
πίστει τους μετέχοντας
και φθορά υποκύψαντας.

Πυρίμορφον = με μορφή φωτιάς, φλογερό

ου ο γλυκασμός = του οποίου η γλυκύτητα

Δόξα Πατρί …
Ρωννύμενοι* σθένει σου,
πιστώς αναβοώμεν σοι˙
Χαίρε, πόλις του Παμβασιλέως,
δεδοξασμένα και αξιάκουστα
περί ής λελάληνται σαφώς˙
όρος αλατόμητον*,
χαίρε βάθος αμέτρητον.

Ρωννύμενοι σθένει σου = ενδυναμούμενοι με το σθένος σου, δοτική πτώση

αλατόμητον = που δεν λατομήθηκε

Και νύν …
Ευρύχωρον σκήνωμα*
του Λόγου, χαίρε, Άχραντε,
κόχλος* η τον θείον μαργαρίτην
προαγαγούσα*˙ χαίρε, Πανθαύμαστε,
πάντων προς Θεόν καταλλαγή*
των μακαριζόντων σε,
Θεοτόκε, εκάστοτε.

σκήνωμα = κατοικία, σκηνή

κόχλος = κογχύλι

προαγαούσα = που έφερες έξω, που πρόβαλες

καταλλαγή = συμφιλίωση

Εξέστη τα σύμπαντα …

 

Την θείαν ταύτην και πάντιμον
τελούντες εορτήν οι θεόφρονες
της Θεομήτορος,
δεύτε τας χείρας κροτήσομεν,
τον εξ αυτής τεχθέντα Θεόν δοξάζοντες.

 

Υπεραγία Θεοτόκε …
Παστάς* του Λόγου αμόλυντε,
αιτία της των πάντων θεώσεως,
χαίρε Πανάχραντε,
των Προφητών περιήχημα*˙
χαίρε των Αποστόλων το εγκαλώπισμα.

Παστάς = νυφικέ θάλαμε, από το παραστάς, -αδος = προπύλαιον & εσωτερικόν δωμάτιον

περιήχημα = ο ήχος που ακούγεται γύρω ( το κήρυγμα)

Υπεραγία Θεοτόκε …
Εκ σού η δρόσος απέσταξε
φλογμόν* πολυθεϊας η λύσασα˙
όθεν βοώμεν σοι˙
Χαίρε, ο πόκος* ο ένδροσος,
ον Γεδεών, Παρθένε, προεθεάσατο*.

φλογμόν = φλόγα, φλεγμονή

ο πόκος = ποκάρι (το μαλλί προβάτου μόλις κουρευτεί από το σώμα του)

προεθεάσατο = προείδε, προέβλεψε

Δόξα Πατρί …
Ιδού σοι, χαίρε, κραυγάζομεν˙
λιμήν ημίν γενού θαλαττεύουσι*,
και ορμητήριον,
εν τω πελάγει των θλίψεων
και των σκανδάλων πάντων του πολεμήτορος.

θαλαττεύουσι = που πλέομε στη θάλασσα (θαλασσοπνιγόμαστε)

Και νύν …
Χαράς αιτία, χαρίτωσον
ημών τον λογισμόν του κραυγάζειν σοι˙
Χαίρε, η άφλεκτος βάτος,
νεφέλη ολόφωτε,
η τους πιστούς απάυστως επισκιάζουσα.

 

Την θείαν ταύτην …

 

Ουκ ελάτρευσαν
τη κτίσει οι θεόφρονες
παρά τον Κτίσαντα˙
αλλά πυρός απειλήν
ανδρείως πατήσαντες,
χαίροντες έψαλλον˙
Υπερύμνητε,
ο των Πατέρων Κύριος
και Θεός, ευλογητός εί.

 

Υπεραγία Θεοτόκε …
Ανυμνούμεν σε
βοώντες˙ Χαίρε, όχημα
ηλίου του νοητού˙
άμπελος αληθινή,
τον βότρυν τον πέπειρον*
η γεωργήσασα,
οίνον στάζοντα,
τον τας ψυχάς ευφραίνοντα
των πιστώς σε δοξαζόντων.

τον βότρυν τον πέπειρον = το σταφύλι το ώριμο (βότρυς=τσαμπί, πέπειρον από το πέπων, πέσειρα = ώριμος)

Υπεραγία Θεοτόκε …
Ιατήρα*
των ανθρώπων η κυήσασα,
χαίρε, Θεόνυμφε˙
η ράβδος η μυστική,
άνθος το αμάραντον
η εξανθήσασα˙
χαίρε, Δέσποινα,
δι ής χαράς πληρούμεθα
και ζωήν κληρονομούμεν.

Ιατήρα = αυτόν που γιατρεύει, ιατρό

Υπεραγία Θεοτόκε …
Ρητορεύουσα
ου σθένει* γλώσσα, Δέσποινα,
υμνολογήσαι σε˙
υπέρ γαρ τα Σεραφείμ
υψώθεις κυήσασα
τον Βασιλέα Χριστόν˙
ον ικέτευε
πάσης νυν βλάβης ρύσασθαι
τους πιστώς σε προσκυνούντας.

ου σθένει = δεν μπορεί (σθένω = είμαι δυνατός)

Δόξα Πατρί …
Ευφημεί* σε
μακαρίζοντα* τα πέρατα*
και ανακράζει σοι˙
Χαίρε, ο τόμος*, εν ω
δακτύλω εγγέγραπται*
Πατρός ο Λόγος, Αγνή˙
ον ικέτευε
βίβλω ζωής τους δούλους σου
καταγράψαι Θεοτόκε.

Ευφημεί σε = σε εγκωμιάζουν
μακαρίζοντα = που καλοτυχίζουν
τα πέρατα = τα σύμπαντα
τόμος = βιβλίο, τόμος βιβλίου
εγγέγραπται = έχει εγγραφεί

Και νυν …
Ικετεύομεν
οι δούλοι σου και κλίνομεν
γόνυ καρδίας ημών˙
κλίνον το ούς σου, Αγνή,
και σώσον τους θλίψεσιν
βυθιζομένους ημάς˙
και συντήρησον
πάσης εχθρών αλώσεως
την σην πόλην Θεοτόκε.

 

Ουκ ελάτρευσαν …

 

Παίδας ευαγείς* εν τη καμίνω
ο τόκος της Θεοτόκου διεσώσατο,
τότε μεν τυπούμενος˙
νυν δε ενεργούμενος,
την οικουμένην άπασαν
αγείρει* ψάλλουσαν˙
Τον Κύριον υμνείτε, τα έργα,
και υπερυψούτε εις πάντας τους αιώνας.

ευαγείς = αγνούς, αθώους

αγείρει = συναθροίζει, συγκεντρώνει

Υπεραγία Θεοτόκε …
Νηδύι* τον Λόγον υπεδέξω,
τον πάντα βαστάζοντα εβάστασας,
γάλακτι εξέθρεψας
νεύματι τον τρέφοντα
την οικουμένην άπασαν,
Αγνή, ώ ψάλλομεν˙
Τον Κύριον υμνείτε, τα έργα,
και υπερυψούτε εις πάντας τους αιώνας.

Νηδύι = στην κοιλιά

Υπεραγία Θεοτόκε …
Μωσής κατενόησεν εν βάτω
το μέγα μυστήριον του τόκου σου˙
παίδες προεικόνισαν
τούτο εμφανέστατα,
μέσον πυρός ιστάμενοι
και μη φλέγόμενοι,
ακήρατε* αγία Παρθένε˙
όθεν σε υμνούμεν
εις πάντας τους αιώνας.

ακήρατε = άφθορε

Υπεραγία Θεοτόκε …
Οι πρώην απάτη γυμνωθέντες
στολήν αφθαρσίας ενεδύθημεν
τη κυοφορία σου
και οι καθεζόμενοι
εν σκότει παραπτώσεως,
φώς κατωπτέυσαμεν*,
φωτός κατοικητήριον Κόρη˙
όθεν σε υμνούμεν
εις πάντας τους αιώνας.

κατωπτέυσαμεν = είδαμε προσεκτικά, επισκοπήσαμε

Δόξα Πατρί …
Νεκροί δια σού ζωοποιούνται˙
ζωήν γαρ την ενυπόστατον* εκύησας˙
εύλαλοι οι άλαλοι
πρώην χρηματίζονται*˙
λεπροί αποκαθαίρονται
νόσοι διώκονται
πνευμάτων αερίων τα πλήθη
ήττηνται*, Παρθένε,
βροτών* η σωτηρία.

ενυπόστατον = που έχει μέσα της υπόσταση, ύπαρξη πραγματική
χρηματίζονται = γίνονται
ήττηνται = νικώνται, έχουν ηττηθεί
βροτών = ανθρώπων, θνητών

Και νύν …
Η κόσμω τεκούσα σωτηρίαν,
δι ής από γής εις ύψος ήρθημεν*,
χαίροις, Παντευλόγητε,
σκέπη και κραταίωμα,
τείχος και οχύρωμα
των μελωδούντων, Αγνή˙
Τον Κύριον υμνείτε, τα έργα,
και υπερυψούτε εις πάντας τους αιώνας.

ήρθημεν = ανυψωθήκαμε (από το αίρομαι = τραβιέμαι πάνω)

Παίδας ευαγείς …

 

Απας γηγενής*
σκιρτάτω*, τω πνεύματι
λαμπαδουχούμενος*˙
πανηγυριζέτω δε
αΰλων Νόων*
φύσις γεραίρουσα*
την ιεράν πανήγυριν
της Θεομήτορος,
και βοάτω˙
Χαίροις, παμμακάριστε
Θεοτόκε, αγνή, αειπάρθενε.

Απας γηγενής = καθένας που γεννήθηκε στη γή, όλο το ανθρώπινο γένος

σκιρτάτω = ας σκιρτήσει

τω πνεύματι λαμπαδουχούμενος = με το πνεύμα φωτιζόμενος

αΰλων Νόων = αΰλων πνευμάτων, εννοεί των αγγέλων

γεραίρουσα = εγκωμιάζουσα

Υπεραγία Θεοτόκε …
Ινα σοι πιστοί
το Χαίρε κραυγάζωμεν,
οι δια σου της χαράς
μέτοχοι γενόμενοι
της αϊδίου*,
ρύσαι ημάς πειρασμού,
βαρβαρικής αλώσεως
και πάσης άλλης πληγής*,
δια πλήθος,
Κόρη, παραπτώσεων
επιούσης* βροτοίς* αμαρτάνουσιν.

αϊδίου = παντοτινής

πάσης άλλης πληγής επιούσης = από κάθε άλλη πληγή που επέρχεται

βροτοίς αμαρτάνουσιν = σε ανθρώπους που αμαρτάνουν

Υπεραγία Θεοτόκε …
Ωφθης* φωτισμός
ημών και βεβαίωσις˙
όθεν βοώμεν σοι˙
Χαίρε, άστρον άδυτον*,
εισάγον κόσμω
τον μέγαν ήλιον˙
Χαίρε, Εδέμ ανοίξασα
την κεκλεισμένην, Αγνή˙
Χαίρε στύλε
πύρινε εισάγουσα
εις την άνω ζωήν το ανθρώπινον.

Ωφθης = φάνηκες, αποδείχτηκες

άδυτον = που δεν δύει

Υπεραγία Θεοτόκε …
Στώμεν ευλαβώς
εν οίκω Θεού ημών,
και εκβοήσωμεν˙
Χαίρε, κόσμου Δέσποινα˙
χαίρε, Μαρία,
Κυρία πάντων ημών˙
χαίρε η μόνη άμωμος*
εν γυναιξί και καλή˙
χαίρε, σκεύος,
μύρον το ακένωτον
επι σε κενωθέν εισδεξάμενον.

άμωμος = χωρίς μώμο, ψόγο, κατηγορία

Δόξα Πατρί …
Η περιστερά,
η τον Ελεήμονα αποκυήσασα,
χαίρε, Αειπάρθενε˙
οσίων πάντων,
χαίρε το καύχημα,
των αθλητών στεφάνωμα˙
χαίρε απάντων τε
των δικαίων
θείον εγκαλώπισμα
και ημών των πιστών
το διάσωσμα*.

διάσωσμα = διάσωση

Και νύν …
Φείσαι* ο Θεός
της κληρονομίας σου,
τας αμαρτίας ημών
πάσας παραβλέπων νυν,
εις τούτο έχων
εκδυσωπούσαν* σε
την επι γής ασπόρως σε
κυοφορήσασαν,
δια μέγα
έλεος θελήσαντα
μορφωθήναι*, Χριστέ, το αλλότριον.

Φείσαι = λυπήσου, του ρήματος φείδομαι

εκδυσωπούσαν σε = ικετεύουσάν σε, που σε ικετεύει, σε παρακαλεί να μην έχεις κακή, θυμωμένη όψη

μορφωθήναι, Χριστέ, το αλλότριον = να λάβεις μορφή, Χριστέ,ξένη προς τη φύση σου ( ή να αναμορφωθεί, Χριστέ, το αποξενωμένο ανθρώπινο γένος)

Άπας γηγενής …

 

Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια
Ως λυτρωθείσα* των δεινών ευχαριστήρια
Αναγράφω σοι η πόλις σου Θεοτόκε.
Αλλ’ ως έχουσα το κράτος απροσμάχητον*
Εκ παντοίων με κινδύνων ελευθέρωσον
Ίνα κράζω σοι
˙
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.

Ως λυτρωθείσα = επειδή λυτρώθηκα

απροσμάχητον = ακατανίκητο

Άγγελος πρωτοστάτης*, ουρανόθεν επέμφθη*, ειπείν τη Θεοτόκε το χαίρε˙ (3) και συν τη ασωμάτω φωνή, σωματούμενον σε θεωρών Κύριε, εξίστατο και ίστατο, κραυγάζων προς αυτήν τοιαύτα˙

πρωτοστάτης = πρώτος στην τάξη

επέμφθη = στάλθηκε

Χαίρε, δι’ ής η χαρά εκλάμψει˙
χαίρε, δι’ ης η αρά* εκλείψει.
Χαίρε, του πεσόντος Αδάμ η ανάκλησις
˙
χαίρε των δακρύων της Εύας η λύτρωσις.
Χαίρε, ύψος δυσανάβατον ανθρωπίνοις λογισμοίς
˙
χαίρε, βάθος δυσθεώρητον και Αγγέλων οφθαλμοίς.
Χαίρε, ότι υπάρχεις Βασιλέως καθέδρα
˙
χαίρε ότι βαστάζεις τον βαστάζοντα πάντα.
Χαίρε, αστήρ εμφαίνων* τον ήλιον
˙
χαίρε, γαστήρ ενθέου σαρκώσεως.
Χαίρε, δι’ ης νεουργείται* η κτίσις
˙
χαίρε, δι’ ης βρεφουργείται ο Κτίστης.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.

αρά = κατάρα

εμφαίνων = που φανερώνεις

νεουργείται = ανακαινίζεται

Βλέπουσα η Αγία, εαυτήν εν αγνεία, φησί τω Γαβριήλ θαρσαλέως* ˙ Το παράδοξον σου της φωνής, δυσπαράδεκτόν μου τη ψυχή φαίνεται˙ Ασπόρου γαρ συλλήψεως, την κύησιν πως λέγεις κράζων˙
Αλληλούια*.

θαρσαλέως = με θάρρος

Αλληλούια = δόξα σοι ο Θεός

Γνώσιν άγνωστον γνώναι*, η Παρθένος ζητούσα, εβόησε προς τον λειτουργούντα˙ Εκ λαγόνων* αγνών, Υιόν πως εστί τεχθήναι δυνατόν; λέξον μοι˙ προς ην εκείνος έφησεν* εν φόβω, πλήν κραυγάζων ούτω˙

γνώναι = να γνωρίσει
εκ
λαγόνων = από λαγόνες, η λαγών, -όνος = τα πλάγια των πλευρών μέρη της κοιλίας
έφησεν = είπε

Χαίρε, βουλής απορρήτου μύστις˙
χαίρε, σιγής δεομένων πίστις.
Χαίρε, των θαυμάτων Χριστού το προοίμιον
˙
χαίρε, των δογμάτων αυτού το κεφάλαιον.
Χαίρε, κλίμαξ επουράνιε δι’ ής κατέβη ο Θεός
˙
χαίρε, γέφυρα μετάγουσα τους εκ γης προς ουρανόν.
Χαίρε, το των Αγγέλων πολυθρύλητον θαύμα
˙
χαίρε, το των δαιμόνων πολυθρήνητον τραύμα.
Χαίρε, το φως αρρήτως* γεννήσασα
˙
χαίρε, το πως μηδένα διδάξασα.
Χαίρε, σοφών υπερβαίνουσα γνώσιν
˙
χαίρε, πιστών καταυγάζουσα
* φρένας.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.

αρρήτως = που δεν μπορεί να ειπωθεί

καταυγάζουσα φρένας = που καταφωτίζεις τις φρένες (τα μυαλά)

Δύναμις του Υψίστου, επεσκίασε τότε, προς σύλληψιν τη απειρογάμω˙ Και την εύκαρπον ταύτης νηδύν*, ως αγρόν υπέδειξεν ηδύν* άπασι, τοις θέλουσι θερίζειν σωτηρίαν, εν τω ψάλλειν ούτως
Αλληλούια.

νηδύν = κοιλιά

ηδύν = γλυκύν

Έχουσα θεοδόχον*, η Παρθένος την μήτραν, ανέδραμε* προς την Ελισάβετ˙ το δε βρέφος εκείνης ευθύς, επιγνόν* τον ταύτης ασπασμόν έχαιρε, και άλμασιν ως άσμασιν, εβόα προς την Θεοτόκον˙

θεοδόχον = που έχει δεχθεί τον Θεόν
ανέδραμε = ανεχώρησε βιαστικά
επιγνόν = μόλις κατάλαβε

Χαίρε, βλαστού αμαράντου κλήμα˙
χαίρε, καρπού ακηράτου* κτήμα.
Χαίρε, γεωργόν γεωργούσα φιλάνθρωπον
˙
χαίρε φυτουργόν της ζωής ημών φύουσα.
Χαίρε, άρουρα* βλαστάνουσα ευφορίαν οικτιρμών
˙
χαίρε, τράπεζα βαστάζουσα ευθηνίαν* ιλασμών.
Χαίρε, ότι λειμώνα* της τρυφής αναθάλλεις*
˙
χαίρε, ότι λιμένα των ψυχών ετοιμάζεις.
Χαίρε, δεκτόν πρεσβείας θυμίαμα
˙
χαίρε, παντός του κόσμου εξίλασμα.
Χαίρε, Θεού προς θνητούς ευδοκία*
˙
χαίρε, θνητών προς Θεόν παρρησία.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.

ακηράτου = αφθάρτου

άρουρα = γή

ευθηνίαν = αφθονία

λειμώνα = λιβάδι

αναθάλλεις = ξαναζωντανεύεις, καταστάς θαλερό

ευδοκία = καλή θέληση, εύνοια

Ζάλην ένδοθεν έχων, λογισμών αμφιβόλων, ο σώφρων Ιωσήφ εταράχθη, προς την άγαμόν σε θεωρών, και κλεψίγαμον* υπονοών άμεμπτε˙ Μαθών δε σου την σύλληψιν, εκ Πνεύματος Αγίου έφη˙
Αλληλούϊα

κλεψίγαμον υπονοών = υποψιαζόμενος ότι είχε άνομες σχέσεις, ότι ήταν μοιχαλίδα

Ήκουσαν οι ποιμένες, των Αγγέλων υμνούντων, την ένσαρκον Χριστού παρουσίαν˙ Και δραμόντες ως προς ποιμένα, θεωρούσι τούτον ως αμνόν άμωμον, εν τη γαστρί Μαρίας βοσκηθέντα, ην υμνούντες είπον˙

 

Χαίρε, Αμνού και Ποιμένος μήτηρ˙
χαίρε, αυλή λογικών προβάτων.
Χαίρε, αοράτων εχθρών αμυντήριον
˙
χαίρε, Παραδείσου θυρών ανοικτήριον.
Χαίρε, ότι τα ουράνια συναγάλλεται τη γή
˙
χαίρε, ότι τα επίγεια συγχορεύει ουρανοίς.
Χαίρε, των Αποστόλων το ασίγητον στόμα
˙
χαίρε, των Αθλοφόρων το ανίκητον θάρσος.
Χαίρε, στερρόν* της πίστεως έρεισμα
˙
χαίρε, λαμπρόν της χάριτος γνώρισμα.
Χαίρε, δι’ ής εγυμνώθη ο άδης
˙
χαίρε, δι’ ής ενεδύθημεν δόξαν.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.

στερρόν = στερεό, γερό

Θεοδρόμον* αστέρα, θεωρήσαντες Μάγοι, τη τούτου ηκολούθησαν αίγλη*˙ και ως λύχνον κρατούντες αυτόν, δι’ αυτού ηρεύνoν κραταιόν άνακτα*˙ και φθάσαντες τον άφθαστον, εχάρησαν αυτώ βοώντες˙
Αλληλούια.

Θεοδρόμον = που πήγαινε προς τον Θεό

ηκολούθησαν αίγλη = ακολούθησαν τη λάμψη

άνακτα = βασιλέα

Ίδον παίδες Χαλδαίων, εν χερσί της Παρθένου, τον πλάσαντα χειρί τους ανθρώπους˙ και δεσπότην νοούντες αυτόν, ει και δούλου έλαβε μορφήν, έσπευσαν τοις δώροις θεραπεύσαι*, και βοήσαι τη ευλογημένη˙

θεραπεύσαι = να λατρεύσουν, υπηρετήσουν (απαρέμφατο)

Χαίρε, αστέρος αδύτου* μήτηρ˙
χαίρε, αυγή μυστικής ημέρας.
Χαίρε, της απάτης την κάμινον σβέσασα
˙
χαίρε, της Τριάδος τους μύστας* φωτίζουσα.
Χαίρε, τύραννον απάνθρωπον εκβάλουσα της αρχής
˙
χαίρε, Κύριον φιλάνθρωπον επιδείξασα Χριστόν.
Χαίρε, η της βαρβάρου λυτρουμένη θρησκείας
˙
χαίρε, η του βορβόρου ρυομένη* των έργων.
Χαίρε, πυρός προσκύνησιν παύσασα
˙
χαίρε, φλογός παθών απαλλάττουσα.
Χαίρε, πιστών οδηγέ σωφροσύνης
˙
χαίρε, πασών γενεών ευφροσύνη.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.

αδύτου = που δε δύει

μύστας = τους ιερουργούς, αυτούς που έχουν μυηθεί

ρυομένη = που μας απαλλάσσεις

Κήρυκες θεοφόροι, γεγονότες οι Μάγοι, υπέστρεψαν εις την Βαβυλώνα˙ εκτελέσαντές σου τον χρησμόν, και κηρύξαντές σε τον Χριστόν άπασιν, αφέντες τον Ηρώδην ως ληρώδη*, μη ειδότα* ψάλλειν˙
Αλληλούια.

ως ληρώδη = ως ανόητον, φαντασμένον

μη ειδότα = μη γνωρίζοντα, μετοχή του οίδα = γνωρίζω

Λάμψας εν τη Αιγύπτω, φωτισμόν αληθείας, εδίωξας του ψεύδους το σκότος˙ Τα γαρ είδωλα ταύτης Σωτήρ, μη ενέγκαντά* σου την ισχύν πέπτωκεν, οι τούτων δε ρυσθέντες, εβόων προς την Θεοτόκον˙

μη ενέγκαντά = επειδή δεν υπέφεραν, μετοχή αορίστου του ρήματος φέρω

Χαίρε, ανόρθωσις των ανθρώπων˙
χαίρε, κατάπτωσις των δαιμόνων.
Χαίρε, της απάτης την πλάνην πατήσασα
˙
χαίρε, των ειδώλων τον δόλον ελέγξασα.
Χαίρε, θάλασσα ποντίσασα Φαραώ τον νοητόν
˙
χαίρε, πέτρα η ποτίσασα* τους διψώντας την ζωήν.
Χαίρε, πύρινε στύλε οδηγών τους εν σκότει
˙
χαίρε, σκέπη του κόσμου πλατυτέρα νεφέλης.
Χαίρε, τροφή του Μάννα διάδοχε
˙
χαίρε, τρυφής αγίας διάκονε.
Χαίρε, η γη της επαγγελίας
˙
χαίρε, εξ ής ρέει μέλι και γάλα.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.

ποτίσασα = που επότισες

Μέλλοντος Συμεώνος, του παρόντος αιώνος, μεθίστασθαι* του απατεώνος, επεδόθης ως βρέφος αυτω, αλλ’ εγνώσθης τούτω και Θεός τέλειος˙ διόπερ εξεπλάγη σου την άρρητον σοφίαν κράζων˙
Αλληλούϊα.

Μέλλοντος Συμεώνος = όταν ο Συμεών επρόκειτο

μεθίστασθαι = να μεταστεί, να αναχωρήσει, απαρέμφατο του μεθίστημι

Νέαν έδειξε κτίσιν, εμφανίσας ο Κτίστης, ημίν τοις υπ’ αυτού γενομένοις˙ εξ ασπόρου βλαστήσας γαστρός, και φυλάξας ταύτην ώσπερ ήν άφθορον, ίνα το θαύμα βλέποντες, υμνήσωμεν αυτήν βοώντες˙

 

Χαίρε, το άνθος της αφθαρσίας˙
χαίρε, το στέφος της εγκρατείας.
Χαίρε, αναστάσεως τύπον εκλάμπουσα
˙
χαίρε, των Αγγέλων τον βίον εμφαίνουσα*.
Χαίρε, δένδρον αγλαόκαρπον*, εξ ού τρέφονται πιστοί
˙
χαίρε, ξύλον ευσκιόφυλλον*, υφ, ού σκέπτονται πολλοί.
Χαίρε, κυοφορούσα οδηγόν πλανωμένοις
˙
χαίρε, απογεννώσα* λυτρωτήν αιχμαλώτοις.
Χαίρε, Κριτού δικαίου δυσώπησις
˙
χαίρε, πολλών πταιόντων συγχώρησις.
Χαίρε, στολή των γυμνών παρρησίας
˙
χαίρε, στοργή πάντα πόθον νικώσα.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.

εμφαίνουσα = που φανερώνεις

αγλαόκαρπον = γεμάτι από αγλαούς (λαμπρούς, δοξασμένους) καρπούς

ευσκιόφυλλον = με φύλλα που κάνουν καλή σκιά

απογεννώσα = που γεννάς

Ξένον* τόκον ιδόντες, ξενωθώμεν* του κόσμου, τον νουν εις ουρανόν μεταθέντες˙ δια τούτο γαρ ο υψηλός Θεός, επί γης εφάνη ταπεινός άνθρωπος, βουλόμενος ελκύσαι προς το ύψος, τους αυτώ βοώντας˙
Αλληλούϊα

Ξένον = παράξενο, θαυμαστό

ξενωθώμεν = ας αποξενωθούμε

Όλος ήν εν τοις κάτω, και των άνω ουδόλως*, απήν* ο απερίγραπτος Λόγος˙ συγκατάβασις γαρ θεϊκή, ου μετάβασις δε τοπική γέγονε, και τόκος εκ Παρθένου θεολήπτου*, ακουούσης ταύτα˙

ουδόλως, απήν = ουδόλως απουσίαζε

θεολήπτου = που είχε καταληφθεί από το Θεό

Χαίρε, Θεού αχωρήτου χώρα˙
χαίρε, σεπτού